'μου

ἄ̱μου , ἀμόω
hang
imperf ind act 3rd sg (doric aeolic)
ἄμου , ἀμόω
hang
pres imperat act 2nd sg
ἄμου , ἀμόω
hang
imperf ind act 3rd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • μού — μου , ἐγώ I at least masc/fem gen 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'μοῦ — ἀ̱μοῦ , ἁμός 1 masc/neut gen sg ἀμοῦ , ἁμοῦ somewhere indeclform (adverb) ἀ̱μοῦ , ἀμόω hang imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀμοῦ , ἀμόω hang pres imperat mp 2nd sg ἀμοῦ , ἀμόω hang imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic) ἐμοῦ , ἐγώ I at least… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μου — ἐγώ I at least masc/fem gen 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοῦ — ἐγώ I at least masc/fem gen 1st sg μής masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνήσθητί μου Κύριε — помяни меня Господи μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου (Λουκ. 23; 42) помяни меня Господи, когда приидешь в Царствие Твое (Лк. 23; 42) …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ελόγου μου — (και του λόγου μου), ελόγου σου (του, της, του, μας, σας, τους), αντί των προσωπικών αντων. εγώ, εσύ, αυτός ( ή, ό), εμείς, εσείς, αυτοί ( ές, ά), η αφεντιά μου, σου, του κτλ.: Ελόγου σου, κυρ δάσκαλε, δε θα πιεις; …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κείρεσθαί μου τὰ πρόβατα, ἀλλ’ οὐκ ἀποξήρεσθαι βούλομαι. — κείρεσθαί μου τὰ πρόβατα, ἀλλ’ οὐκ ἀποξήρεσθαι βούλομαι. См. Доброго пастыря дело овец стричь, а кожи не снимать …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • μη μου άπτου — Κοινή ονομασία του είδους Mimosa pudica. Βλ. λ. μιμοζίδες ή μιμοσίδες ή μιμοσοειδή. * * * το 1. το φυτό μιμόζα η αισχυντηλή 2. μτφ. ως επίθ. άνθρωπος λεπτεπίλεπτος, υπερευαίσθητος, μυγιάγγιχτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευαγγελική φρ. μὴ μοῦ ἅπτου «μη μέ… …   Dictionary of Greek

  • Ἔτρωγε καὶ τὰ ὀψάριά μου καὶ πτύει καὶ τὰ γένειά μου. — См. Где едят, там и мерзят, у кого живут, того и ругают …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἀπὸ τὸν ὄρθρον ἔφευγεν καὶ ἔμπροσθέν μου λοιτουργίαν εὗρον. — См. Из огня да в полымя …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.